διάτρηση

Διατρύπηση ιστού ή οργάνου που οφείλεται σε τραυματισμό ή σε παθολογικό αίτιο. Όταν συντελείται σε κοίλο όργανο της κοιλιακής χώρας, επιτρέπει την είσοδο σε αυτήν υγρών, αέρα ή και των δύο. Η κατάσταση αυτή συνήθως προκαλεί ξαφνικό, έντονο πόνο, περιτονίτιδα και σοκ. Παρότι κάθε τμήμα του πεπτικού σωλήνα μπορεί να υποστεί δ., τα συνήθη σημεία που προσβάλλονται είναι το στομάχι, το δωδεκαδάκτυλο, το σιγμοειδές τμήμα του παχέος εντέρου και η χοληδόχος κύστη. Το στομάχι και το δωδεκαδάκτυλο μπορεί να υποστούν δ. αν ένα πεπτικό έλκος διεισδύσει στο τοίχωμα του οργάνου. Η δ. στο σιγμοειδές οφείλεται, τις πιο πολλές φορές, σε ρήξη εκκολπώματος.
* * *
η (AM διάτρησις) [διατετραίνω]
1. τρύπα, πόρος, αυλός
2. η ενέργεια για τη διάνοιξη οπής, διατρύπηση, τρύπημα
νεοελλ.
φρ. «διάτρηση στομάχου, εντέρων ή θώρακα» — απότομη διάνοιξη οπής με έγχυση τού περιεχομένου τους στην περιτοναϊκή κοιλότητα
αρχ.
πόρος, αυλός οστού (Γαληνός).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διάτρηση — η άνοιγμα τρύπας στην πλευρά σώματος, τρύπημα: Η διάτρηση στομάχου είναι πολύ επικίνδυνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάτρηση — [днатриси] ουσ. Θ. сверление, пробурливание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • πετρέλαιο — Μείγμα πολυάριθμων υδρογονανθράκων, όλων σχεδόν των χημικών σειρών, που περιέχει και μικρές ποσότητες οξυγονούχων, αζωτούχων και θειούχων προϊόντων. Πετρέλαια θεωρούνται και τα ορυκτέλαια που εξάγονται από μεταλλευτικά κοιτάσματα, εκείνα που… …   Dictionary of Greek

  • έλκος — Περιορισμένη απώλεια ιστού με μικρή τάση προς επούλωση· ο όρος έ. χρησιμοποιείται κυρίως σε βλάβες του δέρματος και των βλεννογόνων (π.χ. γαστροδωδεκαδακτυλικό έ.). Έ. του δέρματος μπορεί να συνοδεύουν διαβήτη, καρδιοπάθειες, νεφροπάθειες,… …   Dictionary of Greek

  • έντερο — Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που περιλαμβάνεται μεταξύ του στομάχου και του δακτυλίου του πρωκτού. Διακρίνεται σε λεπτό έ., που αρχίζει από τον πυλωρικό σφιγκτήρα και απολήγει στην ειλεοτυλφική βαλβίδα, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεγαλύτερο… …   Dictionary of Greek

  • διατρητικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διάτρηση 2. αυτός που μπορεί να διατρυπά. 3. φρ. «διατρητική μηχανή» μηχανή με πληκτρολόγιο το οποίο συνδέεται με συγκρότημα διατρητικών ακίδων, για τη διάτρηση δελτίων κατά τη μηχανογράφηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ …   Dictionary of Greek

  • διατρητική μηχανή — Μηχανή για τη διάτρηση χωμάτων, βράχων, τοίχων κλπ. Ανάλογα με τη μέθοδο διάτρησης διαιρούνται σε κρουστικές και σε περιστροφικές δ.μ. Αντίθετα, αναφορικά με την πηγή ενέργειάς τους, διαιρούνται σε δ.μ. πεπιεσμένου αέρα, νερού υπό πίεση και σε… …   Dictionary of Greek

  • διηλεκτρικά — Στερεές, υγρές ή αέριες ουσίες που παρουσιάζουν υψηλή αντίσταση στη δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος. Ονομάζονται επίσης και μονωτικά. Αντίθετα από τα σώματα που είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλη ευκινησία στα… …   Dictionary of Greek

  • έκτρηση — η (Α ἔκτρησις) διάτρηση, τρύπημα, τρύπα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.